πόλη

Αστικός συνοικισμός, ο οποίος αποτελείται από ένα σύμπλεγμα δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, τα οποία χωρίζονται ή συνδέονται μεταξύ τους με δρόμους, πάρκα και πλατείες, και που κατοικείται μόνιμα από σημαντικό αριθμό ανθρώπων –που επιδίδονται σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες– η διατροφή των οποίων δεν εξαρτάται από το έδαφος στο οποίο ζουν. Επομένως δεν είναι μόνο τα δεδομένα της στατιστικής, δηλαδή ο αριθμός των κατοίκων, εκείνο που ξεχωρίζει την π. από το χωριό, αλλά είναι κυρίως το σύμπλεγμα της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής: ενώ το χωριό έχει απλή οικονομία, που στηρίζεται συνήθως αποκλειστικά στη γεωργία, στην π. υπάρχουν εμπορικές, διοικητικές, βιομηχανικές κλπ. ασχολίες. Φυσικά η π., για τη διατροφή της, απορροφά τα προϊόντα της υπαίθρου, που με τη σειρά της παίρνει από την π. όλα τα όργανα και υλικά που χρειάζεται για τις αγροτικές εργασίες και τα καταναλωτικά αγαθά, όπως μηχανήματα και βιομηχανικά προϊόντα, που μόνο οι βιομηχανίες της π. μπορούν να της προμηθεύσουν. Ένα άλλο γεγονός, που ξεχωρίζει την π. από το χωριό, είναι το εξής: ενώ στο χωριό την ημέρα παρατηρείται μια φυγόκεντρη κίνηση των εργαζομένων από το κατοικούμενο κέντρο προς την ύπαιθρο, στην π. αντίθετα η κίνηση είναι κεντρομόλα, γιατί υπάλληλοι, εργάτες, σπουδαστές κλπ. κινούνται καθημερινά από τις κατοικίες τους, που κατά κανόνα βρίσκονται στην περιφέρεια, προς το αστικό κέντρο, όπου βρίσκονται οι ανώτερες σχολές, τα καταστήματα, τα γραφεία και το κέντρο των επιχειρήσεων. Οι μεταβολές του περιβάλλοντος. Η π. άλλαξε σημαντικά το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε. Η διοχέτευση των νερών που τη διέσχιζαν, το στρώσιμο των δρόμων, η ισοπέδωση ενός υψώματος ή ο σχηματισμός ενός τεχνητού λόφου (αυτό συμβαίνει συχνά στις πολύ βιομηχανικές π., όπου οι σωροί των απορριμμάτων μπορεί να σχηματίσουν υψώματα σε τοπίο επίπεδο και μονότονο) δεν αφήνουν μερικές φορές να φανεί ποια θα ήταν η όψη της περιοχής, αν δεν είχε δημιουργηθεί εκεί ένα αστικό κέντρο. Ενδιαφέρον είναι επίσης να παρατηρήσουμε τη διαφορά κλίματος που σημειώνεται μεταξύ της π. και της γύρω υπαίθρου. Όπως είναι γνωστό, η πέτρα διατηρεί τη θερμότητα περισσότερο από το χώμα· οι τοίχοι των κτιρίων, που τις περισσότερες φορές θερμαίνονται το χειμώνα, αποταμιεύουν θερμότητα και γι’ αυτό η θερμοκρασία είναι γενικά υψηλότερη από τη γύρω περιοχή. Επίσης οι ρύποι που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα των βιομηχανικών π. προκαλούν περισσότερες βροχές και ιδιαίτερα περισσότερο την ημέρα παρά τη νύχτα. Η πόλη στον αρχαίο κόσμο. Η π. είναι προϊόν προηγμένου πολιτισμού, γιατί η κοινωνική ζωή συνεπάγεται οργάνωση, ισορροπία και οικονομία, που δεν μπορούσαν να έχουν οι πρωτόγονοι άνθρωποι. Αυτοί ήταν αναγκαστικά νομάδες, πρώτα για να παρακολουθούν τις μεταναστεύσεις των ζώων και να αναζητούν τις περιοχές κυνηγιού, όπου το θήραμα ήταν πλουσιότερο, κατόπιν για να οδηγούν τα κοπάδια τους σε νέους βοσκότοπους, όταν είχαν εξαντληθεί οι παλαιότεροι. Οι άνθρωποι άρχισαν να έχουν μόνιμες κατοικίες μόνο όταν ανακαλύφθηκαν τα πρώτα γεωργικά εργαλεία, γύρω στα 10.000 χρόνια π.Χ. Και ο φόβος τους ανάγκασε να συγκεντρώσουν τις καλύβες τους σε ζώνες προστατευόμενες από τάφρους ή φράχτες και να μαζεύονται γύρω από το ναό, που τον θεωρούσαν κατοικία του θεού. Τα πρώτα πραγματικά αστικά κέντρα, για τα οποία έχουμε πληροφορίες, παρουσιάστηκαν σε ζώνες με εύκρατο κλίμα, δηλαδή στο μεσογειακό χώρο (Μυκήνες, Κνωσός, Τύρος, Σιδών, Σάρδεις, Κυρήνη) και στη νοτιοδυτική Ασία (Βαβυλωνία, Ουρ, Ασσυρία, Νινευί, Περσέπολις, Σούσα). Από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα των π. του αρχαίου κόσμου αποτελούν οι πόλεις, ταάστεατης Ελλάδας, της Μικράς Ασίας και της Μεγάλης Ελλάδας: ήταν ουσιαστικά μικρά κράτη, που είχαν μεταξύ τους αραιές οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις. Από τις σημαντικότερες ήταν: Αθήναι, Σπάρτη, Θήβαι, Άργος, Κόρινθος, Μίλητος, Έφεσος, Αλικαρνασσός, Σίβαρις, Κρότων, Συρακούσαι. Στις περισσότερες περιπτώσεις η πόλις σχηματιζόταν και αναπτυσσόταν γύρω από την ακρόπολη, που περιλάβαινε συνήθως ένα συγκρότημα θρησκευτικών κτισμάτων, θαυμαστών από καλλιτεχνική άποψη. Αντίθετα προς τις ελληνικές «πόλεις», οι ρωμαϊκές ήταν στενά συνδεμένες μεταξύ τους και κυρίως συνδεμένες με τη Ρώμη, την πρωτεύουσα, την κυρίωςurbs, με στενούς πολιτικούς, διοικητικούς, εμπορικούς, στρατιωτικούς, θρησκευτικούς και πνευματικούς δεσμούς. Ξεκινώντας από τις αρχές της ετρουσκικής πολεοδομίας, το σχέδιο των ρωμαϊκών π. ήταν κανονικά τετραγωνισμένο: δυο κύριοι δρόμοι, ο decumanus και ο cardo, διασταυρώνονταν κανονικά· παράλληλα μ’ αυτούς υπήρχαν οι μικρότεροι δρόμοι, που χώριζαν το συνοικισμό σε κανονικές τετράγωνες νησίδες (insulae). Το σχέδιο αυτό, που ανταποκρινόταν σε ευκολονόητες απαιτήσεις πρακτικής και απλότητας, διακρίνεται ακόμα σε πολλές π. ρωμαϊκής καταγωγής, όπως η Αόστη, το Tορίνο, η Λούκκα. Πρέπει ωστόσο εδώ να αναφερθεί πως, πριν από τους Ρωμαίους, ο Ιππόδαμος είχε επίσης εκπονήσει ένα σχέδιο π. με διασταυρούμενους δρόμους και ορθογωνικά οικοδομικά τετράγωνα, και είχε θεωρητικά διατυπώσει τις απόψεις του για την πολεοδομία. Το σύστημά του, γνωστό ως «ιπποδάμειο», εμφανίζεται στις π. της Ιωνίας, στη Ρόδο και στον Πειραιά. Η π. στον Μεσαίωνα. Μετά τη φάση του Πρώτου Μεσαίωνα, όταν, είτε εξαιτίας της πολιτικής παρακμής είτε από τον φόβο των συνεχών βαρβαρικών επιδρομών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού προτίμησε να εγκαταλείψει τις π. και να φύγει στην ύπαιθρο, πρέπει να περιμένουμε την τελευταία περίοδο του Μεσαίωνα για να δούμε μια γενική αναγέννηση της αστικής ζωής. Οι μεσαιωνικές π., που σήμερα φαίνονται εξαιρετικά γραφικές, ανταποκρίνονταν σε πολύ συγκεκριμένες οικονομικές απαιτήσεις, εξέφραζαν μια αρμονική κοινωνική ζωή και μαρτυρούσαν μια κάποια ευημερία των αστών, που οφειλόταν σε μια σταθερή πολιτική οργάνωση. Οι πληθυσμοί, που για λόγους ασφαλείας είχαν απομακρυνθεί από τις ρωμαϊκές π., εγκαταστάθηκαν γύρω από ένα πύργο, ένα κάστρο ή ένα μοναστήρι για να βρουν στήριγμα τόσο υλικό όσο και πνευματικό. Αυτοί κυρίως οι ακανόνιστοι συνοικισμοί γέννησαν, για ειδικούς γεωγραφικούς λόγους, τις χαρακτηριστικές μεσαιωνικές π. Άλλες αντίθετα αναπτύχθηκαν πάνω στις προϋπάρχουσες ρωμαϊκές π. που είχαν παρακμάσει και τους έδωσαν τελικά όψη τελείως διαφορετική από την αρχική.Περισσότερο από τις ρωμαϊκές, οι μεσαιωνικές π. ανταποκρίνονται, από πολεοδομική άποψη, στις απαιτήσεις της ανάγκης. Οι στενοί και φιδίσιοι δρόμοι μπορούσαν να είναι μέσο άμυνας, συχνά όμως προσαρμόζονταν απλούστατα στη μορφολογία του εδάφους· επίσης στις περισσότερες περιπτώσεις οι δρόμοι αυτοί ήταν, όπως άλλωστε και τα πολύ μικρά παράθυρα, μέτρο προστασίας από την τραχύτητα του κλίματος, προστατεύοντας είτε από το χειμωνιάτικο κρύο είτε από την υπερβολική ζέστη του καλοκαιριού. Αυτό ήταν τόσο περισσότερο αναγκαίο όσο η οικονομία, που είχε βιοτεχνικό χαρακτήρα, και τα σκοτεινά και ανθυγιεινά σπίτια έκαναν τους πολίτες να περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας στους δρόμους και στις πλατείες, όπου εξέθεταν τα εμπορεύματα τους. Γενικά οι δρόμοι αυτοί κατέληγαν στην πλατεία, όπου υψωνόταν η μητρόπολη και το δημαρχείο ή ο πύργος. Η ακτινοκεντρική αντίληψη είναι πραγματικά ένα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά της μεσαιωνικής πολεοδομίας και εκφράζει με αρκετή σαφήνεια το κοινωνικό σύστημα της εποχής. Οι π. αυτές ήταν εξαιρετικά πυκνοκατοικημένες· τα τείχη, που είχαν χτιστεί για να προστατεύουν το συνοικισμό από εξωτερικούς κινδύνους, έκαναν τον πληθυσμό να μένει, όσο αυτό ήταν δυνατό, μέσα από τα τείχη, χτίζοντας σπίτια παντού όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος, στις αυλές, στους κήπους και στα περιβόλια. Η π. στην Αναγέννηση. Στην Αναγέννηση η όψη των π. υπέστη νέες αλλαγές. Μετά από τη μεταβολή της τέχνης του πολέμου, τα τείχη αντικαταστάθηκαν από τους προμαχώνες. Κέντρο της αστικής ζωής έγινε το παλάτι του πρίγκιπα και η π. μεταμορφώθηκε σε φρούριο, όπως π.χ. η Παλμανόβα, βενετσιάνικη στρατιωτική π. που δημιουργήθηκε στα τέλη του 16ου αι. Πολλές είναι σήμερα οι ευρωπαϊκές π. που δείχνουν καθαρά την πολεοδομική διαρρύθμισή τους, ακόμα και όταν οι προμαχώνες έχουν γκρεμιστεί για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε πλατείς δεντροφυτεμένους δρόμους (λεωφόρους), την καταγωγή τους ή τουλάχιστον τη μεγάλη τους ανάπτυξη την εποχή της Αναγέννησης. Aυτό συμβαίνει, π.χ., με τη Βιέννη, την Αμβέρσα, το Άμστερνταμ, την Ουτρέχτη, το Λέιντεν. Με την αναβίωση της κλασικής αρχαιότητας προτάθηκαν ιδανικές π. με τετραγωνισμένο σχέδιο, όπως οι ρωμαϊκές. Στην πράξη πλάτυναν οι σημαντικότεροι δρόμοι και σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να συγκλίνουν, με ασύγκριτο σκηνογραφικό αποτέλεσμα, προς τις κύριες πλατείες. Όταν άρχισε να χρησιμοποιείται το τζάμι στις κατοικίες, τα παράθυρα μεγάλωσαν και δημιουργήθηκαν μνημειακά μέγαρα, έργα των διαπρεπέστερων αρχιτεκτόνων της εποχής, όπως ο Παλάντιο, ο Σανγκάλο, ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Μπερνίνι κ.ά. Οι πλατείς δρόμοι ανταποκρίνονταν εξάλλου στις νέες απαιτήσεις της κυκλοφορίας, γιατί τότε έμπαιναν σε χρήση οι άμαξες, που αντικαθιστούσαν τα σπάνια μεσαιωνικά φορεία. Η δημιουργία ενός μόνιμου πραγματικού στρατού ήταν επίσης ένα από τα καυχήματα της Αναγέννησης. Οι στρατιώτες έμεναν σε πολύ μεγάλα οικήματα και συχνά παρέλαυναν στους δρόμους των πόλεων, ικανοποιώντας και την απαίτηση του θεάματος, που ήταν τόσο έντονη εκείνη την περίοδο. Γι’ αυτό παρατηρήθηκε ότι ενώ στους στενούς μεσαιωνικούς δρόμους μπορούσε να κινηθεί άνετα μια λιτανεία, δεν μπορούσε να γίνει σ’ αυτούς μια μεγαλοπρεπής στρατιωτική παρέλαση. Πρέπει να προσθέσουμε ακόμα ότι η επικράτηση των αρχοντικών των πλουσιότερων οικογενειών είχε αυξήσει την απόσταση μεταξύ φτωχών και πλουσίων και γι’ αυτό οι φαρδείς δρόμοι προορίζονταν γενικά για τη χρήση των αμαξών· είναι βέβαιο ότι στα μεταφορικά κάρα δεν επιτρεπόταν να περνούν από ορισμένους δρόμους. Η αστυφιλία. Ριζικότερες μεταβολές έγιναν κατά τον 19o αι. μετά την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας. Πραγματικά τα βιομηχανικά κέντρα άρχισαν να ελκύουν πολυάριθμους χειρώνακτες, που από αγρότες έγιναν γρήγορα εργάτες και άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιφέρεια των π. όπου, έξω από τα τείχη ή τους προμαχώνες, άρχισαν να δημιουργούνται νέες συνοικίες. Έτσι εμφανίστηκε η αστυφιλία, φαινόμενο που ήταν ήδη γνωστό στην αρχαία Ρώμη και τον Μεσαίωνα, αλλά που πήρε γοργό ρυθμό τον 19ο αιώνα και συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Οι π. εξακολούθησαν να επεκτείνονται, κατακτώντας τους πράσινους χώρους που προηγουμένως τις περιέβαλλαν. Όπου υπήρχε περιορισμένη δυνατότητα οριζόντιας επέκτασης, υψώθηκαν κτίρια με πολλούς ορόφους, οι πολυκατοικίες, οι ουρανοξύστες, για την εκμετάλλευση στο ανώτατο δυνατό όριο της αστικής περιοχής. Όπως εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί, το γεγονός αυτό αύξησε την πυκνότητα του πληθυσμού στην πόλη δημιουργώντας σοβαρά οργανωτικά και άλλα προβλήματα. Για την ανακούφιση της συμφόρησης των π. και τη δημιουργία περισσότερο υγιεινών συνθηκών, άρχισαν από τα μέσα του 20ού αι. να δημιουργούνται οι λεγόμενες πόλεις-δορυφόροι, ενώ άλλες φορές, αντίθετα, τα μικρότερα κέντρα που βρίσκονταν κοντά σ’ ένα μεγάλο αστικό πυρήνα απορροφήθηκαν από την επεκτεινόμενη π. σχηματίζοντας μαζί μ’ αυτή ένα ενιαίο οικιστικό συγκρότημα. Από αυτό προήλθε μια αδιάκοπη συνέχεια κτιρίων και εργοστασίων για πολλά τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τέτοια μεγάλα συγκροτήματα έχουν δημιουργηθεί σε εξαιρετικά εκβιομηχανισμένες ή μεταλλορυκτικές περιοχές, όπως π.χ. στη Γερμανία στο Ρουρ και στη Μεγάλη Βρετανία στο Λάνκασαϊρ (Μάντσεστερ και Λίβερπουλ) και στη Μαύρη Χώρα (Μπέρμιγχαμ). Η τοπογραφική ανάπτυξη. Δεν ήταν πάντα δυνατή η ομοιόμορφη επέκταση της π. γιατί συχνά παρουσιάζονταν φυσικά εμπόδια που εμπόδιζαν την ανάπτυξη προς μια ορισμένη κατεύθυνση. Στην περίπτωση αυτή οι π. πήραν ποικίλες μορφές για να μπορέσουν να προσαρμοστούν στις διάφορες τοπογραφικές συνθήκες. Συνήθως πρόκειται περί ενός αναδιπλασιασμού, δηλαδή για π. που σχηματίστηκαν από δυο αστικούς πυρήνες: την κάτω π., νεότερη και εγκατεστημένη συνήθως στον κάμπο πάνω σε μεγάλους συγκοινωνιακούς δρόμους και επομένως σε προνομιούχο θέση σε σχέση με το αρχικό κέντρο, και την πάνω πόλη, παλιότερη, χτισμένη στην κορυφή κάποιου λόφου γενικά για αμυντικούς λόγους. Η Βενετία, νησιωτική π., μη μπορώντας να επεκταθεί άλλο πάνω στη λιμνοθάλασσά της, επεκτάθηκε στην ξηρά με τα βιομηχανικά κέντρα της Μαγκέρα και του Μέστρε, ενώ πόλεις χτισμένες πάνω σε ποτάμια ή διώρυγες ή διασχιζόμενες από σιδηροδρομικές γραμμές υπερπήδησαν με γέφυρες το εμπόδιο για να βρουν νέο έδαφος όπου θα μπορούσαν να απλωθούν. Συχνά γύρω από την π. απλώνεται το μεγάλο δαχτυλίδι των προαστίων, που επιτρέπουν στη διαρκώς αυξανόμενη κυκλοφορία αυτοκινήτων να διοχετεύεται σε αρτηρίες που δεν διασχίζουν το συνοικισμό· νέες συνοικίες δημιουργούνται κατά μήκος των δρόμων αυτών, πάνω στις σημαντικότερες συγκοινωνιακές γραμμές. Έτσι η π. αποκτά ένα ακτινωτό σχέδιο, τυπικό παράδειγμα του οποίου είναι το Παρίσι, που μεγαλώνει συνεχώς με νέες συνοικίες πέρα από το δακτύλιο των βουλεβάρτων (λεωφόρων). Η γεωγραφική θέση. Η γέννηση και η ανάπτυξη μιαςπ. είναι ένα φαινόμενο που στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να χαρακτηριστεί φυσικό. Γενικά ένας συνοικισμός δημιουργείται σ’ ένα σημείο και όχι σ’ ένα άλλο, επειδή εκεί υπάρχουν συνθήκες φυσικού, κλιματικού ή οικονομικού χαρακτήρα. Οι συνθήκες αυτές, που γενικά συνοψίζονται στον όρο τοπογραφική θέση, μπορεί να καθορίζονται από την τοποθεσία, αλλά και, ή κυρίως, από τη σημασία των σχέσεων που δημιουργούνται με τις γύρω περιοχές. Έτσι π.χ. το Λονδίνο, η Βρέμη και το Αμβούργο βρίσκονται στα στόμια πλωτών ποταμών, σε περιοχές με εύκρατο κλίμα και πυκνοκατοικημένες, ώστε η τοπογραφική θέση τους να μπορεί να θεωρηθεί όμοια· πολύ διαφορετική είναι αντίθετα η σχέση μερικών π. με την ενδοχώρα τους και με τις χώρες που έχουν εμπορικές σχέσεις μ’ αυτές. Οι σχέσεις αυτές μπορεί να ποικίλλουν μέσα στο χρόνο, συχνά εξαιτίας πολιτικών γεγονότων· αυτό συμβαίνει με το Αμβούργο, του οποίου η οικονομική σημασία είχε περιοριστεί πολύ τότε που, με το χωρισμό της Γερμανίας σε δύο κράτη, από μεγάλο μέρος της ενδοχώρας του, η πρώην Ανατολική Γερμανία χρησιμοποιούσε το βαλτικό λιμάνι του Ρόστοκ. Χαρακτηριστικά και λειτουργίες. Αναλύοντας τους διάφορους συντελεστές που συνέβαλαν στην ανάπτυξη μιας π. σχετικά με μια άλλη, μπορούμε να διαπιστώσουμε πως συχνά η μια είχε σαφή υπεροχή απέναντι σ’ όλες τις άλλες, εξαιτίας της οποίας μερικά κέντρα αποκτούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στην περίπτωση π. όπως η Μέκκα και η Λούρδη πρόκειται περί συντελεστών θρησκευτικής φύσης· η Οξφόρδη και το Κέμπριτζ οφείλουν τη σημασία τους κυρίως στα πανεπιστήμιά τους· η Παλμανόβα, η Άλμα-Άτα, το Γιβραλτάρ και πολλές άλλες δημιουργήθηκαν ως φρούρια και αναπτύχθηκαν, στην αρχή τουλάχιστον, ως τέτοια. Αντίθετα, πολιτικοί κυρίως λόγοι βρίσκονται στη βάση της δημιουργίας των πρωτευουσών. Απ’ αυτές μερικές μπορούν να χαρακτηριστούν καθαρά τεχνητές πόλεις (Ουάσινγκτον, Καμπέρα, Ελ Μπεϊντά), γιατί δημιουργήθηκαν με μοναδικό σκοπό να χρησιμεύσουν ως έδρες της κυβέρνησης και να εξουδετερώσουν τη δημιουργία αντιζηλιών ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις της χώρας, ή, όπως στην περίπτωση της Άγκυρας και της Μπραζίλια, για τη μεταφορά του πολιτικού κέντρου από την περιφέρεια προς εσωτερικές περιοχές με νεότερη πληθυσμιακή συγκέντρωση και οικονομική ανάπτυξη. Άλλες, όπως το Πίτσμπουργκ, το Έσεξ, το Μπέρμιγχαμ, το Μάντσεστερ, η Λίλη κλπ., είναι κυρίως βιομηχανικά κέντρα, η Φότζια, η Βερόνα κλπ. αγροτικά, το Μόναχο, η Μπολόνια, το Λονδίνο, η Γένουα, η Μασσαλία κλπ. εμπορικά κέντρα σε εξαιρετική θέση, στο σημείο συνάντησης οδικών και ποταμίων συγκοινωνιών ή στο περιθώριο περιοχών με συμπληρωματική οικονομία (ξηρά-θάλασσα, βουνό-κάμπος). Παρ’ όλα αυτά, σπάνια στις π. μια λειτουργία κυριαρχεί πάνω στις άλλες. Συνήθως οι μεγάλοι αστικοί συνοικισμοί, ιδιαίτερα οι νεότεροι, που είναι οργανωμένοι πάνω σε λογικοκρατικές αρχές, συγκροτούνται από διάφορες συνοικίες ανάλογα με τις διάφορες λειτουργίες. Μια τέτοια αρχή εφαρμοζόταν αόριστα και κατά τον Μεσαίωνα, αν και αντί για καθαυτό συνοικίες θα έπρεπε να μιλάμε για δρόμους και συγκροτήματα κατοικιών όπου έμεναν αυτοί που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα. Όσον αφορά στη γεωγραφική κατανομή των μεγάλων πόλεων, οι περισσότερες βρίσκονται στις εύκρατες ζώνες, με την αρχαιότερη ανθρώπινη εγκατάσταση και τη μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη. Τα φτωχότερα μέρη του κόσμου σε μεγάλους αστικούς συνοικισμούς παραμένουν η Αφρική, η Κεντρομεσημβρινή Αμερική και η Ωκεανία.Η κηπούπολη. Η έννοια της κηπούπολης κατάγεται έμμεσα από τις φιλοσοφικές και κοινωνικές ουτοπίες που συζητήθηκαν πολύ στη Μεγάλη Βρετανία από τον Τόμας Μουρ μέχρι τον Άνταμ Σμιθ και τον Τζέρεμι Μπένθαμ και εκφράζει ιδέες που κυκλοφορούσαν στη μορφωμένη αγγλική κοινωνία του 19ου και 20ού αιώνα. Η κηπούπολη έχει την ιδεολογική βάση της στη συνδιαλλαγή των δύο αντίθετων πραγματικοτήτων της π. και της υπαίθρου και στην αναζήτηση ανθρώπινων συνθηκών ικανών να διορθώσουν τα ελαττώματα της αστυφυλίας, που έφερε η βιομηχανική επανάσταση. Την κηπούπολη τη φαντάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ο Εμπενέζερ Χάουαρντ (1850-1928), περίεργη μορφή πρωτοπόρου, επαγγελματία στενογράφου και ερασιτέχνη κοινωνιολόγου. Αυτός την προπαγάνδισε με σειρά διαλέξεων σ’ όλη τη Μεγάλη Βρετανία (1898), με την ίδρυση της Garden Cities Association (1899) και με τη δημοσίευση της περίφημης μελέτης Αυριανές Κηπουπόλεις (Garden Cities of Tomorrow, 1902). Η πρώτη αγγλική κηπούπολη, Λέτσγουορθ, ιδρύθηκε το 1903 από τους αρχιτέκτονες Ρέιμοντ Άνβιν και Μπέρι Πάρκερ. Η δεύτερη, Γουέλγουιν, πραγματοποιήθηκε από το Λουί ντε Σουασόν στα 1919. Σήμερα υπάρχουν και οι δύο και ανταποκρίνονται απόλυτα στον προορισμό τους. Αν και προηγήθηκαν όμοιες προσπάθειες στη Μεγάλη Βρετανία (όπως το Μπέντφορντ Παρκ του Σο στο Λονδίνο) και τις μιμήθηκαν πολλές άλλες χώρες (ΗΠΑ, Ολλανδία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κλπ.) έμειναν τυπικό δείγμα της αγγλικής πολεοδομικής παράδοσης πάνω στην οποία άσκησαν μεγάλη επίδραση, που οδήγησε στη δημιουργία εκτεταμένων προαστίων και στο σχεδιασμό των δορυφόρων πόλεων. Οι δορυφόροι πόλεις. Είναι κέντρο κατοικιών αποσπασμένο από την κύρια πόλη (στην τροχιά της οποίας εξακολουθεί να ζει) με σκοπό να ανακουφίσει τη δημογραφική πίεση και έχει όχι μόνο διοικητική αυτονομία, αλλά και δική της οικονομική ζωή και δική της υποδομή (σχολεία, εκκλησίες, γραφεία, εμπορικά κέντρα κλπ.). Αν και μπορεί ως ένα βαθμό να φέρει κανείς ως παράδειγμα τη σχέση της Όστιας με την αυτοκρατορική Ρώμη, η σχετική πολεοδομική έννοια είναι τελείως νέα και σχετίζεται με την ανώμαλη ανάπτυξη μερικών πόλεων, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές περιοχές της βόρειας Ευρώπης. Οι αγγλικές κηπουπόλεις περιέχουν τα σπέρματα των στοιχείων του σχεδιασμού των δορυφόρων πόλεων (μια απ’ αυτές, η Γουέλγουιν, περιελήφθη στο σχέδιο των νέων πόλεων –new towns– της Αγγλίας), αλλά η δημιουργία τους συνδέεται με γεγονότα της μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο περιόδου. Η βασική έννοια της δορυφόρου πόλης «αποκέντρωση-ανοικοδόμηση» βρίσκεται πραγματικά στη βάση του αγγλικού εθνικού σχεδιασμού, που γεννήθηκε από τις μελέτες που έγιναν για την ανοικοδόμηση του Λονδίνου. Η πραγματοποίηση των δορυφόρων πόλεων άρχισε, για ευνόητους λόγους, σε χώρες που είχαν περισσότερα ανεπτυγμένες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες: στη Σουηδία πραγματοποιήθηκε το κέντρο Βέλμπινγκμπι ως δορυφόρος π. της Στοκχόλμης. Από τις άλλες αγγλικές δορυφόρους π. αναφέρουμε τις Στίφενετζ, Χέμελ Χέμστεντ, Μπέζιλντον στη ζώνη του Λονδίνου, Κόλμπι στην κεντρική Αγγλία, Κάμπερνοντ, Iστ Κιλμπραϊντ και άλλες στη Σκοτία, κοντά στη Γλασκόβη. Το αγγλικό παράδειγμα παρακολούθησαν με προσοχή άλλες χώρες, όπως η πρώην ΕΣΣΔ, η πρώην Τσεχοσλοβακία κ.ά. και, με κάποια δυσπιστία, χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία κ.ά., όπου ο πολεοδομικός σχεδιασμός προσκρούει σε ισχυρές αντιδράσεις των ιδιωτικών συμφερόντων. Η Κωνσταντινούπολη ή η Ιερουσαλήμ, σε μεσαιωνική μικρογραφία: παρά την προσθήκη τρούλων και μιναρέδων, ο άγνωστος καλλιτέχνης παρουσίασε μια χαρακτηριστική μεσαιωνική πόλη. Το κέντρο του Μάντσεστερ στη Μ. Βρετανία (φωτ. ΑΠΕ). Αεροφωτογραφία του εργοστασίου της ΔΕΗ στο Κερατσίνι (φωτ. ΑΠΕ). Γενική άποψη της πρωτεύουσας της Αρμενίας, Ερεβάν (φωτ. ΑΠΕ). Το Μόντρεαλ του Κάναδά (φωτ. A.P.P). Άποψη των ακτών της Νέας Υόρκης, στο σημείο όπου πριν τις 11/09/2001 υψώνονταν οι Δίδυμοι Πύργοι (φωτ. ΑΠΕ). Το κέντρο του Τόκιο τη νύχτα, ενώ πίσω διακρίνεται καθαρά το όρος Φούτζι (φωτ. ΑΠΕ). Οι ουρανοξύστες της Ν. Υόρκης, μιας από τις πολυανθρωπότερες πόλεις του κόσμου: η ανάγκη της εκμετάλλευσης των οικοπέδων, στον ανώτατο δυνατό βαθμό, οδήγησε στη λύση της κάθετης ανάπτυξης, η οποία έγινε δυνατή με την ανακάλυψη του ανελκυστήρα αλλά και εξαιτίας του συμπαγούς βραχώδους εδάφους. Η Πάρμα σε λιθογραφία του 16ου αι. Οι δορυφόροι πόλεις του Λονδίνου αποτελούν θεμελιώδη εμπειρία στον τομέα του σύγχρονου πολεοδομικού σχεδιασμού των ευρωπαϊκών κρατών. Οι Βερσαλλίες δημιουργήθηκαν το 1624 γύρω από το βασιλικό ανάκτορο: η πολεοδομική διάρθρωση επαναλαμβάνει τη διάταξη του πάρκου και των κήπων. Το σχέδιο της Βιέννης του 19ου αιώνα.
* * *
η / πόλις, -εως, ΝΜΑ, επικ. τ. πτόλις, ιων. και δωρ. γεν. πόλιος, επικ. και ιων. γεν. πόλεος, επικ. γεν. και πόληος και πτόλιος, Α
1. σύνολο μεγάλου αριθμού οικημάτων τα οποία αποτελούν ιδιαίτερο οικισμό (α. «πολυάνθρωπη πόλη» β. «ἡ Ἀττική ἐς Θησέα ἀεὶ κατὰ πόλεις ῷκεῑτο», Θουκ.)
2. το σύνολο τών κατοίκων ενός τέτοιου συνοικισμού, οι πολίτες (α. «όλη η πόλη ήταν στη συγκέντρωση» β. «ἅ δὲ ἡ πόλις ὅλη ᾄδει περί Δημοκράτους καὶ Λύσιδος τοῡ πάππου τοῡ παιδός», Πλάτ.)
3. φρ. α) «πόλις αγία» — η Ιερουσαλήμ
β) «αιωνία πόλις» — η Ρώμη
γ) «πόλις-κράτος» — η μορφή κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης που εμφανίστηκε στην αρχαία Ελλάδα, και κατά την οποία κάθε πόλη είχε ιδιαίτερη κοινωνική, οικονομική, στρατιωτική και διοικητική οργάνωση και λειτουργούσε ως αυτόνομη κρατική οντότητα
νεοελλ.-μσν.
ως κύριο όν. η Πόλη και η Πόλις
η Κωνσταντινούπολη
αρχ.
1. (στην Αθήνα και αλλού) η ακρόπολη, σε αντιδιαστολή προς το υπόλοιπο μέρος που ονομαζόταν άστυ (α. «στήλην δ' ἑκατέρους στῆσαι... τήνδε ἐν Ἀθήναις ἐν πόλει παρ' Ἀθηνᾷ», Θουκ.
β. «Ίνάχου πόλις» — η ακρόπολη τού Αργούς)
2. ο τόπος στον οποίο γεννήθηκε και κατοικεί κάποιος, η πατρίδα («πόθι τοι πόλις ἠδέ τοκῆες», Ομ. Οδ.)
3. κράτος, πολιτεία («πόλις ἄνδρα διδάσκει», Σιμων.)
4. πολιτεία που έχει δημοκρατικό πολίτευμα, δημοκρατία («πόλις γὰρ οὐκ ἔσθ' ἥτις ἀνδρὸς ἔσθ' ἑνός», Σοφ.)
5. (περιλπτ.) οι υποχρεώσεις τού πολίτη απέναντι στο κράτος («ἐπι τῷ τὴν πόλιν φεύγειν και τά ὄντα ἀποκρύπτεσθαι», Δημοσθ.)
6. το δικαίωμα τού πολίτη
7. η χώρα που βρίσκεται γύρω από έναν μεγάλο οικισμό και η οποία εξαρτάται και λαμβάνει το όνομά της από αυτόν
8. νησί που κατοικείται
9. είδος παιχνιδιού παρόμοιου με το ζατρίκιο, με το σκάκι
10. φρ. α) «ἄκρα πόλις» ή «ἀκροτάτη πόλις» — η ακρόπολη
β) «τὰ τῆς πόλεως» — οι υποθέσεις τού κράτους, τα πολιτικά πράγματα
γ) «ὁ ἐπὶ τῆς πόλεως» — ο κυβερνήτης τού κράτους
δ) «στρατηγὸς κατὰ πόλιν» — ο αστικός πραίτωρ, ο αστυδίκης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πόλις με αρχική σημ. «κάστρο, φρούριο» ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *pel- «πύργος» και συνδέεται με αρχ. ινδ. pūr, λιθουαν. pilis. Ο ελλ. τ. πόλι-ς εμφανίζει θ. με δυσερμήνευτο φωνηεντισμό -ι-, το οποίο διατηρείται κατά την κλίση του σε όλες τις διαλέκτους, με εξαίρεση την αττική (πρβλ. αιτ. πόλιν, κλητ. πόλι, δωρ. γεν. πόλιος, ονομ. πληθ. πόλιες). Στην αττική διάλεκτο, όμως, οι τ. έχουν σχηματιστεί από θ. πόλε- με προκαταληκτικό φωνήεν -ε- (πρβλ. δοτ. εν. πόλε-ι, δοτ. πληθ. πόλεσι, ονομ. πληθ. πόλεις < *πολε-jες, με σίγηση τού -j- και συναίρεση). Η γεν. εν. πόλεως έχει προέλθει με αντιμεταχώρηση από τον ομηρικό τ. πόληος, γεγονός που δικαιολογεί τη διατήρηση τού τόνου στην προπαραλήγουσα στον τ. πόλεως, παρά τη μακρά λήγουσα. Ο τ. πόλη-ος εμφανίζει την πλήρη βαθμίδα -ē- τού προκαταληκτικού φωνήεντος, κατ' αναλογία προς την παλιά δοτ.-τοπική πόληι, και κατάλ. -ος τής γεν. τών οἰ-ός, ποδ-ός κ.λπ. Απαντά επίσης στη γεν. και ιων. τ. πόλεος, ο οποίος είναι αναπλασμένος κατά τους τ. γεν. σε -ος. Η γεν. πληθ. πόλεων (< θ. πόλε-) τονίζεται στην προπαραλήγουσα αναλογικά προς τη γεν. εν., ενώ η αιτ. πληθ. πόλεις είναι σχηματισμένη είτε κατ' αναλογία προς την ονομ. είτε από τ. *πολε-νς (με κατάλ. -νς τής αιτ. πληθ.) με αντέκταση. Απαντά, τέλος, και τ. πόλη-ας με την κατάλ. -ας τών συμφωνολήκτων. Παρλλ. με τον τ. πόλις απαντά σε ορισμένες διαλέκτους και πιθ. και στη Μυκηναϊκή (πρβλ. potorijo = Πτολίων) και τ. πτόλις με αρκτικό συμφωνικό σύμπλεγμα -πτ- (πρβλ. πτελέα, πτέρνη, πτόλεμος). Η εναλλαγή αυτή οφείλεται, κατά την επικρατέστερη άποψη, σε διαφορετική προφορά τού -π- ως -πτ- υπό την επίδραση φωνήματος τού προελληνικού γλωσσικού υποστρώματος (βλ. και λ. πόλεμος). Η λ. πόλις δήλωνε αρχικά την ακρόπολη, το μέρος όπου βρίσκονται τα ιερά, ενώ στη συνέχεια εξελίχθηκε στη σημ. «κράτος, κοινωνία, σύνολο ανθρώπων που απαρτίζουν μια πολιτικοθρησκευτική κοινότητα», από όπου και η σημ. η σχετική με τον τρόπο διακυβέρνησης που εμφανίζουν τα παρ. τής λ. (πρβλ. πολίτης, πολιτεία, πολίτευμα, πολιτικός). Η Κωνσταντινούπολη, τέλος, έλαβε την προσωνυμία Πόλη /-ις είτε με την έννοια τής κατ' εξοχήν πόλης είτε από απλή συγκοπή τού Κωνσταντινού-πολις (< φρ. Κωνσταντίνου Πόλις).
ΠΑΡ. πολίτης, πολίχνη
αρχ.
πολ(ε)ίδιον, πολιάς, πολιεύς, πόλινδε, πολύδριον
αρχ.-μσν.πολίζω.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) πολιορκώ, πολιούχος
αρχ.
πολιανόμος, πολιάρχης, πολιδυνάστης, πολιοφυλακώ, πολιρραίστης, πολισσονόμος, πολισσόος
νεοελλ.
πολεοδόμος, πολεολογία, πολεομορφία. (Β' Συνθετικό) ακρόπολις(-η), άπολις, ερημόπολις(-η), κοσμόπολις(-η), κωμόπολις(-η), μεγαλόπολις(-η), μητρόπολις(-η), νεκρόπολις(-η), φιλόπολις
αρχ.
αγχίπολις, αμφίπολις, ανθρωπόπολις, αντίπολις, απόπολις, αρχέπολις, αυτόπολις, βραχύπ(τ)ολις, δεκάπολις, δικαιόπολις, δίπολις, δυωδεκάπολις, εκατόμπολις, εκατοντάπολις, ελέπ(τ)ολις, έμπολις, εννεάπολις, εξάπολις, επτάπολις, ερυσίπτολις, ετερόπτολις, εύπολις, ηγησίπολις, ηδύπολις, ιερόπολις, καλλίπολις, καταφλεξίπολις, λιπόπτολις, λυχνόπολις, μεγιστόπολις, μεσόπολις, μισόπολις, νεόπολις, νησόπολις, ολεσίπτολις, ομόπολις, ονησίπολις, ορθόπολις, ουρανόπολις, πάμπολις, πατρόπολις, πεντάπολις, περίπολις, περσέπολις, πολύπολις, πρόπολις, πρωτόπολις, ρυσίπολις, σαόπτολις, σωζόπολις, σωσίπολις, ταραξίπολις, τετράπ(τ)ολις, τιμόπολις, τρίπολις, υπόπολις, υψίπολις, φερέπ(τ)ολις, φυγόπ(τ)ολις, φυξίπολις, χρυσόπολις
νεοελλ.
αγρόπολη, αγροτόπολη, αλσόπολη, ανθόπολη, εργατόπολη, κηπόπολη, κινηματογραφόπολη, λουτρόπολη, μικρόπολη, παιδόπολη, παλαιόπολη, πανεπιστημιούπολη, πλουσιόπολη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πόλη — η город; ΦΡ. αιώνια πόλη η вечный город (о Риме) Αγία Πόλη η Святой град Иерусалим Πόλη η Константинополь Этим. < дргр. πόλις / πτόλας, первоначальное значение «крепость, замок» < инд. pel «башня, крепость» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πόλη — η 1. οικισμός μεγαλύτερος από την κωμόπολη. 2. ως κύρ. όν., Πόλη η Κωνσταντινούπολη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πόλη — [поли] ουσ. Θ. город …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Πόλη — Πόλις city fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλη — πόλις city fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic aeolic) πολέω go about pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) πολέω go about imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πόλῃ — Πόληι , Πόλις city fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλῃ — πόληι , πόλις city fem dat sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόλη-κράτος — Ιδιότυπη μορφή κράτους που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Φαίνεται πλέον εξακριβωμένο ότι οι πρώτες πόλεις κράτη εμφανίστηκαν στις ακτές της Μικράς Ασίας, όπου για λόγους άμυνας οι πρώτοι Έλληνες άποικοι οργανώθηκαν σε στερεές αμυντικές θέσεις …   Dictionary of Greek

  • Μεξικού, Πόλη του- — (Ciudad de Mexico). Πόλη (8.591.309 κάτ. το 2000) του Μεξικού, πρωτεύουσα του Ομοσπονδιακού Διαμερίσματος (1.499 τ. χλμ., 8.605.239 κάτ.) και της χώρας. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα μιας εκτεταμένης πεδινής ζώνης που ονομάζεται κοιλάδα του Μεξικού.… …   Dictionary of Greek

  • Βατικανού, Πόλη του- — (Citta del Vaticano) Ιδιότυπο ανεξάρτητο κράτος, μέσα στην πόλη της Ρώμης (Ιταλία). Πολιτικά στοιχεία Περικλεισμένη μέσα στα Λεόντεια Τείχη της Ρώμης, η Π. του Β. κατέχει μόνο ένα τμήμα του αρχαίου Ager Vaticanus που απλωνόταν ανάμεσα στις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.